23 Αυγούστου 2008

GR-Μακεδονία ξακουστή

Την περί του γεωγραφικού ονόματος της Μακεδονίας μεταπολεμική ιστορία και τα λάθη του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών τα έχουμε γράψει αλλού. Αυτό που μου έκανε πολύ εντύπωση τελευταία είναι τρεις ταινίες του βραβευμένου και εκ ΠΓΔΜ ορμώμενου, σκηνοθέτη Μίλτσο Μαντσέφσκι τις οποίες είδα με τη σειρά την περασμένη εβδομάδα. Ο συνάδελφος Γιώργος Κόκκινος μου επεσήμανε και κάποια σχετικά άρθρα που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα στον ελληνικό τύπο.


H πρώτη ταινία, με τίτλο «Πριν από την βροχή» πραγματεύεται το αίωνιο πρόβλημα της βίας μεταξύ δύο εθνοτήτων που ζουν στον ίδιο χώρο - των σλαβόφωνων και των αλβανόφωνων κατοίκων της ΠΓΔΜ. Υπεροχη ταινία, που δείχνει ότι τελικά οι δύο ομάδες το μόνο που πετυχαίνουν είναι να σκοτώνουν η κάθε μια τους δικούς της αθώους ανθρώπους, εξαιτίας τους φανατισμού και της μισαλοδοξίας που καλλιεργούνται και από τις δύο πλευρές. «Πρέπει να πάρεις θέση» λέει ο πρωταγωνιστής. «Ακόμη και τραβώντας μια φωτογραφία πέρνεις το μέρος της μιάς ή της άλλης μεριάς. Το πρόβλημα εἰναι ότι σιχαίνομαι και τις δύο μεριές.»

Η δεύτερη ταινία, με τίτλο «Σκόνη», είναι ένα γουέστερν που ξεκινά από την Νέα Υόρκη για να καταλήξει να διαδραματίζεται στην ΠΓΔΜ του μακεδονικού αγώνα των αρχών του 20ου αιώνα αλλά με πρωταγωνιστή έναν αμερικάνο πιστολέρο. Πρόκειται για άλλη μια υπέροχη ταινία στην οποία μπλέκονται οι αμερικάνοι του τότε και του σήμερα, η οποία μας δείχνει ότι τον μακεδονικό αγώνα τον έκαναν βουλγαρόφωνοι και ελληνόφωνοι, αλλά και ποιά είναι η εικόνα της Μακεδονίας που έχουν σχηματίσει οι σλαβόφωνοι μετανάστες. «Που πάνε οι φωνές όταν πεθαίνουμε;» αναρωτιέται η μετανάστρια καθώς διηγείται την ιστορία με το δικό της υποκειμενικό τρόπο. Φωνές από το παρελθόν που μπλέκονται με τα συμφέροντα των συγχρόνων, οι οποίοι δεν διστάζουν να αλλάξουν τις φωτογραφίες για να γίνουν κι αυτοί, αν και ξένοι, μέρος της ιστορίας.

Τέλος η τρίτη ταινία είναι περσινή, έχει τίτλο «Σκιές» και έχει, πολύ αδικαιολόγητα κατά τη γνώμη μου, προκαλέσει αρθρογραφία από ανθρώπους που μάλλον δεν την έχουν δεί (κι εγώ την κατέβασα από το διαδίκτυο γιατί δεν υπάρχει ακόμη σε DVD). Δεν θα προσπαθήσω να αντικρούσω ούτε το άρθρο του κ. Κούτροβικ στα ΝΕΑ, ούτε το πρόσφατο
άρθρο της κ. Βενάρδου στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ. Ούτε και θα ασχοληθώ με τη ρετσινιά της «άθλιας σκοπιανής προπαγάνδας» που της κόλλησαν αβασάνιστα τα ελληνικά ΜΜΕ. Είναι μάλλον προφανές πως όλοι έχουν δεί μόνο σκηνές από την ταινία και ως τυφλοί οδηγούν και τους υπόλοιπους ανάλογα.

Το έργο είναι ένα ποιήμα και το κεντρικό του μήνυμα είναι ότι όσο διατηρούμε στη ζωή τα φαντάσματα του παρελθόντος κινδυνεύουμε να μας καταπιεί κι εμάς το παρελθον, να μας συμπαρασύρει στον τάφο. Ο κεντρικός ήρωας ελευθερώνεται μόνον όταν προχωρεί στο θάψιμο των οστών των φαντασμάτων (των αποκαλούμενων Μακεδόνων του Αιγαίου) που τον συνοδεύουν έχοντας προηγουμένως συγκρουστεί με την (εκπρόσωπο του κατεστημένου) μητέρα του η οποία τα έχει ξεθάψει και θέλει να τα «μελετήσει». Βέβαια, το παρελθόν δεν διαγράφεται. «Πως θα μπορέσεις να ζήσεις χωρίς εμένα;» ρωτά τον πρωταγωνιστή το φάντασμα της όμορφης κοπέλας από το παρελθόν. Όμως αν θέλει κάποιος να ζήσει και να μην τον παρασύρει η λάμια μαζί της στον τάφο, πρέπει να κρατήσει μεν την ανάμνηση αλλά να κοιτάξει μπροστά, θάβοντας τα κόκκαλα του παρελθόντος. «Τρανοί κι αν είναι οι τάφοι, τάφοι θάναι» λέει στα Σατιρικά Γυμνάσματα ο Παλαμάς.

Αν κάποιος θέλει πράγματι να καταλάβει την άλλη πλευρά ας δεί αυτές τις ταινίες, καθώς και μια παλαιότερη υπέροχη ταινία (συμπαραγωγή Βουλγαρίας και ΠΓΔΜ) με τίτλο «Ξαναζεσταίνοντας το χτεσινό φαγητό», που περιγράφει το δράμα των απλών ανθρώπων στην ΠΓΔΜ από την εποχή της Σέρβικης κατοχής μέχρι και την ανεξαρτησία. Κάτι αντίστοιχο με αυτό που πέρασαν και οι σλαβόφωνοι στην Ελλάδα.

18 Αυγούστου 2008

FR-Catharsis

Certainement. Je devrais me baisser devant l’un en caressant voluptueusement sa cheviotte – paf, paf, paf, paf – et dire «Vous avez un peu de poussière Monsieur A.». Ensuite je devrais attendre au coin, et quand je serais en face de la bedaine de l’autre, après avoir observé pendant tant d’années ses sentiments et sa pulsation, me baisser de nouveau et chuchoter à titre confidentiel «Ah ! Monsieur B., ce A. …» Il faudrait que j’épie derrière les lunettes de G. son regard désopilant. S’il me l’offrait, déployer mon meilleur sourire et de l’accepter comme un bébé royal dans la robe d’un chevalier. Et, si ce regard s’attardait, me baisser pour une troisième fois et, plein de contrition, articuler «Votre serviteur, mon maître».

Mais tout d’abord je devrais rester dans la bande de D. Là, le vol qualifié s’exerçait sous des auspices internationaux brillants, dans des bureaux luxueux. Au début je n’existerais pas. Caché derrière mon chef de division courtaud je reniflerais. J’aurais eu des manières délicates, éthérées. J’apprendrais leur langage codé. Toucher la partie gauche de la raie signifierait «cinq cent mille». Une secousse constante de la cendre du cigare signifierait «d’accord». Je gagnerais la confiance de tout le monde. Et, un jour, en m’appuyant sur le cristal de ma table j’écrirais moi-même la réponse : «notre institution indépendante Monsieur le Procureur …»

Je devrais me baisser, me pencher, me prosterner. À tel point que mon nez irait se joindre à mon talon. Et ainsi commodément courbé, je roulerais pour arriver.

Canailles !

Le pain de l’exil me nourrit. Aux vitres de ma chambre viennent frapper des corbeaux. Et je vois dans les poitrines souffrantes des paysans se lever le souffle puissant qui vous balayera.

Aujourd’hui j’ai emprunté les clefs et je suis monté au château vénitien. J’ai traversé trois portails, trois murailles jaunâtres très hautes, avec des remparts en ruines. À l’intérieur, dans le troisième cycle, j’ai perdu vos traces. En regardant par les mâchicoulis, en bas, la mer, la plaine, les montagnes, je me suis senti en sécurité. Je suis rentré dans des casernes en ruines, dans des cryptes où avaient poussé des figuiers et des grenadiers. Je hurlais dans la solitude. J’ai marché pendant de longues heures en cassant des herbes grandes et sèches. Sur mes vêtements s’attachaient des ronces et un vent fort. La nuit m’a surpris …

Traduit du Grec. Je remercie mon ami Laurent Dersy pour ses corrections.

Texte du poète Kostas Karyotakis (1896-1928), publié après son suicide (texte grec disponible sur http://karyotakis.awardspace.com/ et http://el.wikisource.org)