20 Σεπτεμβρίου 2016

Περί μετανάστευσης

Ως Έλληνες γνωρίσαμε την προσφυγιά σχεδόν σε κάθε γενιά. Ας υποδεχτούμε λοιπόν τους πρόσφυγες έτσι ώστε να μην βρουν έδαφος τα κηρύγματα μίσους των ακραίων κάθε είδους
(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Χανιώτικα Νέα στις 20 Σεπτεμβρίου 2016 στη στήλη Προστασία του Πολίτη και Καθημερινότητα-261)

Η μετανάστευση είναι φαινόμενο που συνδέεται με τον Ελλαδικό χώρο από τα βάθη των αιώνων. Στους αρχαίους χρόνους, οι Αχαιοί, οι Ίωνες, οι Αιολείς, οι Δωριείς μετακινήθηκαν σταδιακά ως μετανάστες, ρίζωσαν και δημιούργησαν τον ελληνικό πολιτισμό. Στη συνέχεια, μετανάστευσαν σε όλη την Μεσόγειο ιδρύοντας αποικίες. Από την Ισπανία, τη Νότια Γαλλία, τη Σικελία και τη Νότια Ιταλία μέχρι το Βυζάντιο και τον Εύξεινο Πόντο – τη Μεγάλη Ελλάδα.

Και οι μετακινήσεις πληθυσμών στην Ελλαδικό χώρο δεν σταμάτησαν σε όλη τη διάρκεια της καταγεγραμμένης ιστορίας. Οι Ρωμαίοι και οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες επέβαλαν υποχρεωτικές μετακινήσεις (π.χ. στη Μακεδονία). Οι πόλεμοι και οι εισβολές προκάλεσαν άλλες μετακινήσεις (π.χ. κατά τους Βενετοτουρκικούς πολέμους). Μαζικές μεταναστεύσεις προκάλεσε η ανταλλαγή των πληθυσμών του 1923. Και πολλοί μετακινήθηκαν για οικονομικούς λόγους μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο προς την Αμερική και την Αυστραλία.

Κάθε οικογένεια και μια ιστορία. Η προγιαγιά μου γεννήθηκε στην Βάρνα της Βουλγαρίας, μεγάλωσε στη Χίο και παντρεύτηκε στην Κωνσταντινούπολη. Ο προπάππους καταγόταν από τα Μάλγαρα της Θράκης. Η γιαγιά μου παντρεύτηκε στην Πόλη τον παππού, ο οποίος καταγόταν από το Λεωνίδιο Κυνουρίας. Και τα παιδιά της αναγκάστηκαν ως απελαθέντες το 1963 να έλθουν πρόσφυγες στην Ελλάδα όπου ξαναέφτιαξαν με κόπο τη ζωή τους.

Αλλά και από την πλευρά του πατέρα μου οι ιστορίες δεν λείπουν. Υπήρχαν θείοι που μετανάστευσαν στην Αμερική. Ο πατέρας μου αναγκάστηκε, τη δεκαετία του 1920, να μεταναστεύσει σε ηλικία 10 ετών, από το πάμφτωχο χωριό του, τον Τυρό Κυνουρίας στην Αθήνα. Τρεις αδελφές της γυναίκας μου μετανάστευσαν από την Κρήτη στην Αυστραλία. Κι εγώ, έζησα 30 χρόνια στο Βέλγιο, όταν, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, διαπίστωσα ότι, χωρίς κομματική ταυτότητα, δεν μπορούσα να σταδιοδρομήσω στην δημοσιογραφία.

Όλη αυτή η οικογενειακή ιστορία με κάνει να βλέπω με πολύ συμπάθεια τους μετανάστες από τη Μέση Ανατολή που διακινδυνεύουν τη ζωή τους για να ξεφύγουν από το δράμα του πολέμου και της εξόντωσης. Από τους βομβαρδισμούς, τις σφαγές, τους εξανδραποδισμούς. Είναι ένα δράμα που το έχω παρακολουθήσει από κοντά χάρις σε έναν πολύ καλό φίλο.

Γνώρισα τον καλό και ευγενικό Αμπντουλάχ λίγο καιρό μετά την άφιξη μου στο Βέλγιο. Ήταν γιατρός και έκανε ειδικότητα χειρουργικής. Ήταν Χριστιανός Ορθόδοξος, μέλος της σημαντικής χριστιανικής μειονότητας της Συρίας. Από το Ιντλίμπ, όπου θα γύριζε να αναλάβει τη διεύθυνση της οικογενειακής κλινικής. Όμως, ερωτεύτηκε, παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Βέλγιο. Και αποφάσισε να χρησιμοποιήσει επίσημα το χριστιανικό του όνομα που ήταν Γεώργιος - στα γαλλικά Ζώρζ. «Για να μην έχουμε προβλήματα», μας εξήγησε, «έχουμε όλοι δύο ονόματα. Ένα χριστιανικό και ένα αραβικό». Πράγματι, έτσι έγραφε και το διαβατήριό του.

Ο Ζώρζ δεν θεωρούσε τον εαυτό του Άραβα αλλά απόγονο των Βυζαντινών. Μας έλεγε μάλιστα ότι ο πατέρας του, που ήξερε μόνο το «Χριστός Ανέστη» στα ελληνικά, άνοιγε κάθε Κυριακή πρωί την τηλεόραση, έπιανε το δορυφορικό πρόγραμμα της ΕΡΤ και άκουγε με ευλάβεια την θεία λειτουργία από τη Μητρόπολη Αθηνών. «Αυτή είναι η πραγματική λειτουργία!» έλεγε. «Όχι αυτή που ακούμε στις δικές μας εκκλησίες, στα αραβικά …». Γλώσσα που από το τέλος του 19ου αιώνα έχει υιοθετήσει για τη θεία λειτουργία το Πατριαρχείο Αντιοχείας.

Δεν ξέρω πόσοι από τους Σύριους πρόσφυγες που θα υποδεχτούμε στην Κρήτη, μπορούν να ταυτιστούν με τον φίλο μου τον Ζώρζ. Του οποίου, δυστυχώς, η οικογένεια έχει διαμοιραστεί στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα αφού το Ιντλίμπ, ως επίκεντρο σκληρών μαχών, έχει καταστραφεί σχεδόν ολοκληρωτικά ... Ένας φαρμακοποιός στην Αυστρία, ένας γεωπόνος κι ένας οικονομολόγος στο Βέλγιο, ένας γιατρός στην Αμερική και πάει λέγοντας.

Μετά την πρόσφατη απόφαση της Περιφέρειας και ορισμένων δημάρχων η Κρήτη θα υποδεχτεί πολλούς, μουσουλμάνους κυρίως, από τη Συρία και από άλλες μπαρουτοκαπνισμένες χώρες της Μέσης Ανατολής. Μερικοί αντιτίθενται σε αυτή την απόφαση, προβάλλοντας γνωστά και αβάσιμα ξενοφοβικά και ρατσιστικά επιχειρήματα. Κατά τη γνώμη μου και η Κρήτη θα πρέπει να βάλει πλάτη για την αντιμετώπιση αυτού του τόσο σοβαρού προβλήματος που ταλανίζει τους συμπατριώτες μας στη βόρεια Ελλάδα και στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου.

Κινδυνεύουμε άραγε από αυτούς τους πρόσφυγες στην Κρήτη; Μερικοί θα ισχυριστούν ότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να διεισδύσουν μαζί με την συντριπτική πλειοψηφία κατατρεγμένων και ειρηνόφιλων προσφύγων και κάποια επικίνδυνα στοιχεία.

Το σενάριο αυτό ίσως έχει κάποια βάση. Μερικοί τρομοκράτες φαίνεται πως πέρασαν πέρσι ως πρόσφυγες από τα ελληνικά νησιά με κατεύθυνση τη Γαλλία. Στην Ιταλία συνελήφθη ένα Τυνήσιος που πιθανολογείται ότι ήθελε να ανατινάξει τον κεκλιμένο πύργο της Πίζας. Και οι αρχές της Λιβύης εντόπισαν σε κρησφύγετο ισλαμιστών στη Σύρτη της Λιβύης έγγραφα που αποδείκνυαν την ύπαρξη τρομοκρατικού πυρήνα στο Μιλάνο. Ο οποίος είχε στόχο να διευκολύνει την εκ νέου διείσδυση στην Ιταλία μαζί με πρόσφυγες, διακεκριμένων στελεχών του Ισλαμικού Κράτους που είχαν απελαθεί από την Ιταλία στο παρελθόν.

Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε ότι όσοι συμμετείχαν στις τρομοκρατικές επιθέσεις στη Γαλλία, στο Βέλγιο και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες ήταν όλοι γεννημένοι και μεγαλωμένοι στην Ευρώπη. Θα μπορούσε μάλιστα να ισχυριστεί κάποιος ότι μέχρι σήμερα εξαγωγή τρομοκρατών και μαχητών στη Μέση Ανατολή έκανε η Ευρώπη και όχι το αντίθετο. Κι αυτό γιατί οι νέοι μουσουλμάνοι που ζουν στις φτωχογειτονιές του Παρισιού, των Βρυξελλών και άλλων μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων έχουν περιθωριοποιηθεί λόγω της ανεργίας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Με αποτέλεσμα το κήρυγμα των ακραίων ισλαμιστών να βρίσκει πρόσφορο έδαφος και να στρατολογεί «μαχητές» έτοιμους να θυσιαστούν για έναν μυθικό «παράδεισο».

Αντί λοιπόν να περιθωριοποιούμε τους πρόσφυγες και να τους αντιμετωπίζουμε ως απόκληρους και επικίνδυνους, θα πρέπει να φροντίσουμε για την όσο το δυνατόν καλύτερη φιλοξενία τους, την περίθαλψη τους και την εκπαίδευσή των ιδίων και των παιδιών τους. Μακροπρόθεσμα, η αρνητική στάση, η απόρριψη και ο κοινωνικός αποκλεισμός θα δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν θα πρέπει οι αρχές να επαγρυπνούν όπως κάνουν στην Ιταλία. Εκεί εφαρμόζουν πολιτική μηδενικής ανοχής σε όσους κηρύττουν τον θρησκευτικό ιερό πόλεμο – με αποτέλεσμα, από τις αρχές του 2015 μέχρι τον Αύγουστο του 2016 να έχουν απελάσει 109 άτομα, από τα οποία τα 49 εντός του τρέχοντος έτους.

Η Κρήτη θα πρέπει οπωσδήποτε να υποδεχτεί πρόσφυγες στο πλαίσιο της αλληλεγγύης προς τους δυστυχισμένους που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους για να σωθούν από βέβαιο θάνατο. Αλλά και στο πλαίσιο της αλληλεγγύης προς την υπόλοιπη Ελλάδα, ιδίως προς τα νησιά του Αιγαίου, που στενάζουν υπό το βάρος των προσφυγικών ροών. Φροντίζοντας παράλληλα και για την ασφάλεια των πολιτών και των επισκεπτών του νησιού.




Κι εσείς Κρητικός κύριε Μεχμέτ;

Ο έντυπος και ηλεκτρονικός ελληνικός τύπος αναφέρει συχνά ότι μερικοί πρόσφυγες δηλώνουν ότι είναι Κρητικής καταγωγής. Πράγματι, όταν η Κρήτη αποσχίστηκε από την Οθωμανική αυτοκρατορία στο τέλος του 19ου αιώνα, πολλοί Τουρκοκρητικοί την εγκατέλειψαν και εγκαταστάθηκαν στη Συρία όπου ο σουλτάνος ίδρυσε γι' αυτούς το χωριό Χαμιντιέ. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1923, όσοι μουσουλμάνοι είχαν απομείνει στο νησί αποχώρησαν κι αυτοί με την ανταλλαγή των πληθυσμών και εγκαταστάθηκαν στα παράλια της Μικράς Ασίας.

Τα παιδιά και τα εγγόνια αυτών των προσφύγων διατήρησαν στη Συρία και στη Μικρά Ασία την γλώσσα και πολλά από τα έθιμα της Κρήτης και θεωρούν τους εαυτούς τους Κρητικούς. Μεταξύ τους όμως, υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά. Οι Τουρκοκρητικοί που ανταλλάχτηκαν το 1923, έλαβαν στη Μικρά Ασία τις περιουσίες των Ελλήνων προσφύγων που είχαν εκδιωχθεί από εκεί. Αντίστοιχα, οι Έλληνες μικρασιάτες πρόσφυγες έλαβαν τις περιουσίες που εγκατέλειψαν τότε οι Τούρκοι στην Κρήτη και την υπόλοιπη Ελλάδα.

Αντίθετα, οι Τουρκοκρητικοί της Συρίας δεν αντάλλαξαν τις περιουσίες τους. Απλώς τις εγκατέλειψαν. Θεωρητικά λοιπόν, οι απόγονοι και κληρονόμοι τους θα μπορούσαν ενδεχομένως να τις διεκδικήσουν, αν φυσικά έχουν ισχυρούς τίτλους ιδιοκτησίας. Σε αυτές τις περιουσίες όμως εγκαταστάθηκαν πριν από εκατό και περισσότερα χρόνια οι Έλληνες Κρητικοί που πολέμησαν για την απελευθέρωση της Κρήτης και την Ένωσή της με την Ελλάδα.

Υπάρχει άραγε κίνδυνος για όσους Κρητικούς έχουν κληρονομήσει, αξιοποιήσει και κατέχουν σήμερα τέτοιες περιουσίες; Αν και υπαρκτός, ο κίνδυνος θα πρέπει να θεωρείται μηδαμινός. Λόγω της χρονικής απόστασης και της δυσκολίας να θεμελιωθεί νομικά η όποια απαίτηση. Λόγω της ελληνικής νομοθεσίας περί χρησικτησίας. Και λόγω της βραδύτητας με την οποία κινείται η ελληνική δικαιοσύνη ...

Δεν υπάρχουν σχόλια: